μέριμνα

μέριμνα
забота, тревога

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Поможем со сдачей теста

Полезное


Смотреть что такое "μέριμνα" в других словарях:

  • μερίμνα — μερίμνᾱ , μέριμνα care fem nom/voc/acc dual μερίμνᾱ , μεριμνάω care for pres imperat act 2nd sg μερίμνᾱ , μεριμνάω care for imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μέριμνα — care fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μέριμνα — η (ΑM μέριμνα, Μ και μέρεμνα) φροντίδα, ενδιαφέρον για κάποιον ή για κάτι, έγνοια νεοελλ. μσν. στον πληθ. οι μέριμνες, αἱ μέριμναι σκοτούρες, βάσανα μσν. 1. προβληματισμός 2. στενοχώρια 3. περίσκεψη, επαγρύπνηση 4. επιδίωξη, προετοιμασία για να… …   Dictionary of Greek

  • μέριμνα — η φροντίδα, επιμέλεια, έγνοια: Στις ακριτικές περιοχές δεν υπάρχει ιατρική μέριμνα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μεριμνᾷ — μεριμνάω care for pres subj mp 2nd sg μεριμνάω care for pres ind mp 2nd sg (epic) μεριμνάω care for pres subj act 3rd sg μεριμνάω care for pres ind act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μερίμνας — μερίμνᾱς , μέριμνα care fem acc pl μερίμνᾱς , μέριμνα care fem gen sg (doric aeolic) μερίμνᾱς , μεριμνάω care for imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεριμνᾶι — μεριμνᾷ , μεριμνάω care for pres subj mp 2nd sg μεριμνᾷ , μεριμνάω care for pres ind mp 2nd sg (epic) μεριμνᾷ , μεριμνάω care for pres subj act 3rd sg μεριμνᾷ , μεριμνάω care for pres ind act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μέριμν' — μέριμνα , μέριμνα care fem nom/voc sg μέριμναι , μέριμνα care fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεριμνᾶν — μέριμνα care fem gen pl (doric aeolic) μεριμνάω care for pres part act masc voc sg (doric aeolic) μεριμνάω care for pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) μεριμνάω care for pres part act masc nom sg (doric aeolic) μεριμνᾶ̱ν , μεριμνάω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεριμνάων — μεριμνά̱ων , μέριμνα care fem gen pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μερίμναν — μερίμνᾱν , μεριμνάω care for imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) μερίμνᾱν , μεριμνάω care for imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»